Πίεση /piˈesi/ Noun

English
pressure
ไทย
แรงกดดัน

Example

  • Η **πίεση** (καταπόνηση / βάρος / αναγκασμός) για αλλαγή συνέχιζε να αυξάνεται.
  • The pressure for change continued to mount.
  • Το «συνέχιζε να αυξάνεται» τονίζει τη διαρκή φύση της κατάστασης.