Πίστη /'pisti/ Noun
- English
- faith
- ไทย
- ศรัทธา
Example
- Έχει μεγάλη [πίστη] — της [γιατρός/θεραπεία/αποτέλεσμα] — στην διάγνωση του γιατρού της.
- She has great faith in her doctor's diagnosis.
- Εδώ η «πίστη» είναι βαθιά, σχεδόν θρησκευτική εμπιστοσύνη στην επιστήμη.