Πιθανό / Πιθανότατα /piˈθanɔ/ Επίθετο

English
probable
ไทย
มีแนวโน้ม

Example

  • Η **πιθανή** αιτία της πυρκαγιάς ήταν η ελαττωματική καλωδίωση. (Η **εύλογη** / **λογική** / **λογική** αιτία της πυρκαγιάς ήταν η ελαττωματική καλωδίωση.)
  • The probable cause of the fire was faulty wiring.
  • Εδώ το 'πιθανή' λειτουργεί ως η πιο αντικειμενική εκτίμηση.