Πιθανότητες /piθaˈnoˈtites/ Noun

English
odds
ไทย
ความเป็นไปได้

Example

  • Οι **πιθανότητες** είναι συντριπτικά υπέρ μας. (Η **αναλογία** / **το προβάδισμα** / **το πλεονέκτημα** — του: The odds are very much in our favor.)
  • The odds are very much in our favor.
  • Το 'υπέρ μας' δίνει τη θετική κατεύθυνση.