πλάσμα /ˈplazma/ Noun
- English
- creature
- ไทย
- เจ้าตัว
Example
- Η ενσυναίσθηση για κάθε [πλάσμα] είναι θεμελιώδης. (Ον / Ζωντανό / Ύπαρξη) — of: Respect for all living creatures is essential.
- Respect for all living creatures is essential.
- Εδώ το 'πλάσμα' καλύπτει όλο το φάσμα της ζωής.