πλέω /ˈplɛo/ Verb

English
sail
ไทย
แล่น

Example

  • Το ιστιοφόρο [πλέω (αόρ.) — πλέει/πλέει/πλέει] στο λιμάνι το μεσημέρι.
  • We sail into the harbor at noon.
  • Το 'πλέω' είναι η πιο άμεση μετάφραση για την κίνηση στο νερό.