Πλοήγηση /ploˈiʝisi/ Noun

English
navigation
ไทย
การนำทาง

Example

  • Η [πλοήγηση] του σκάφους εμποδίστηκε από την πυκνή ομίχλη.
  • The ship's navigation was hampered by thick fog.
  • Εδώ η κυριολεκτική έννοια, η ναυτική πορεία.