ποικιλόμορφος /poci.loˈmor.fos/ AdjectiveEnglishdiverseไทยหลากหลายExampleΗ εταιρεία διαθέτει ένα [ποικίλο / ετερογενές / πολυάριθμο] εργατικό δυναμικό.The company has a diverse workforce.Τονίζει την ποικιλία των προελεύσεων και δεξιοτήτων.