πολλοί /poˈli/ Determiner

English
many
ไทย
มาก / หลาย

Example

  • Πολλοί φοιτητές χρησιμοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη για να βοηθήσουν στην έρευνα.
  • Many students use AI to help with research.
  • Το 'Πολλοί' τονίζει την έκταση της χρήσης.