παλιός/α/ό (ως επίθετο), χρόνια τώρα (ως επίρρημα) παλιός/α/ό Adjective
- English
- long-time
- ไทย
- เนิ่นนาน
Example
- Είναι μια **πολύχρονη** κάτοικος της πόλης. (παλαιός κάτοικος / σταθερός / εδραιωμένος)
- She is a long-time resident of the city.
- Το 'πολύχρονος' τονίζει τη διάρκεια της παραμονής.