Πόρτα /ˈporta/ Noun

English
door
ไทย
ประตู

Example

  • Χτύπησε την πόρτα τρεις φορές (χτύπησε την θύρα οικοδομώντας / δημιουργώντας / θεμελιώνοντας) τρεις φορές.
  • She knocked on the door three times.
  • Το χτύπημα είναι τυπική εκδήλωση σεβασμού πριν την είσοδο.