πουκάμισο /pukámi'so/ NounEnglishshirtไทยเสื้อเชิ้ตExampleΣιδέρωσε το [πουκάμισο] του πριν τη συνέντευξη.He ironed his shirt before the interview.Το 'σιδερώσω' (perfective) δείχνει την ολοκλήρωση της πράξης.