πραγματικά /prɐɣmaˈtiˌka/ AdverbEnglishtrulyไทยอย่างแท้จริงExampleΠιστεύει *πραγματικά* ότι τίποτα από αυτά δεν είναι δικό της λάθος.She truly believes that none of this is her fault.Εδώ το 'πραγματικά' τονίζει την πεποίθηση.