Αυτή τη στιγμή / Παρόντως /paˈron.d͡zos/ Adverb

English
presently
ไทย
ในขณะนี้

Example

  • Η πρόταση βρίσκεται **αυτή τη στιγμή** υπό αξιολόγηση.
  • The project is presently under review.
  • Εδώ το 'presently' σημαίνει 'τώρα', τονίζοντας τη συνεχιζόμενη κατάσταση.