προσποιούμαι /prospiuˈme/ VerbEnglishpretendไทยแสร้งทำExampleΚουράστηκα να [προσποιούμαι] συνέχεια.I'm tired of having to pretend all the time.Το «προσποιούμαι» είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.