Προάστια /proˈastia/ Adjective

English
suburban
ไทย
ชานเมือง

Example

  • Απολαμβάνουν την ήσυχη προαστική τους ζωή. (Απολαμβάνω / ζωή / προαστική)
  • They enjoy their quiet suburban life.
  • Η 'ήσυχη ζωή' είναι μαγνητική σύνδεση για την περιγραφή των προαστίων.