Προέλευση /proˈevsi.si/ Noun

English
origin
ไทย
ที่มา

Example

  • Η **προέλευση** (πηγή/αφετηρία/ρίζα) του σύμπαντος παραμένει μυστήριο.
  • The origin of the universe remains a mystery.
  • Εδώ το 'προέλευση' είναι η πιο ουδέτερη και σωστή επιλογή.