προφέρω /proˈfɛro/ Verb
- English
- pronounce
- ไทย
- ออกเสียง / ประกาศ
Example
- Μπορείς να μου [προφέρω] αυτή τη λέξη; (Εκφέρω / Αποδίδω φωνητικά / Λέγω) — Η προφορά είναι το κλειδί.
- Can you pronounce this word for me?
- Το «προφέρω» είναι το πιο άμεσο και κοινό.