προφίλ /proˈfil/ Noun

English
profile
ไทย
โปรไฟล์

Example

  • Το περιοδικό δημοσίευσε ένα **προφίλ** του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου.
  • The magazine published a profile of the new CEO.
  • Η λέξη «προφίλ» είναι πλέον πλήρως ενσωματωμένη.