Προφορά /pro.foˈra/ NounEnglishaccentไทยสำเนียงExampleΈχει μια υπέροχη ιρλανδική [προφορά] — σαν να ακούς τραγούδι.She has a lovely Irish accent.Η 'προφορά' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.