προκατάληψη /prokatáˈliptsi/ Noun

English
prejudice
ไทย
อคติ

Example

  • Πολέμησε την προκατάληψη (προκατάληψη / μεροληψία / στερεότυπο) που αντιμετώπισε στον κλάδο της τεχνολογίας.
  • She fought against the prejudice she faced in the tech industry.
  • Η 'προκατάληψη' είναι η πιο άμεση και συχνή μετάφραση.