Ευημερία / Κοινωνική Πρόνοια /evimɛˈria/ Noun

English
welfare
ไทย
สวัสดิภาพ

Example

  • Μας απασχολεί βαθιά η **πρόνοια** του παιδιού. (Φροντίζω/Φροντίσω)
  • We are deeply concerned about the child's welfare.
  • Εδώ η 'πρόνοια' καλύπτει την ανάγκη για συνεχή φροντίδα.