προπαγάνδα /propaˈɣanða/ Noun

English
propaganda
ไทย
โฆษณาชวนเชื่อ

Example

  • Οι φυλλάδες απορρίφθηκαν ως εχθρική [προπαγάνδα] — απλώς «ξεπλυμένο» υλικό.
  • The leaflets were dismissed as enemy propaganda.
  • Το «ξεπλυμένο» (washed) είναι το σύγχρονο slang για κάτι που δεν πείθει.