Προσαρμογή /prosarmoˈʝi/ Noun

English
adaptation
ไทย
การปรับตัว

Example

  • Η [προσαρμογή] των κτιρίων για στρατιωτικούς σκοπούς ολοκληρώθηκε σε λίγες εβδομάδες.
  • The adaptation of buildings for military purposes was completed in weeks.
  • Εδώ τονίζεται η ταχύτητα της αλλαγής.