με προσοχή /me prosokˈsi/ Adverb

English
carefully
ไทย
อย่างระมัดระวัง

Example

  • Οδηγείς **προσεκτικά** στη βροχή. [Οδηγώ με προσοχή / Με επιμέλεια / Με φροντίδα] — of: Drive carefully in the rain.
  • Drive carefully in the rain.
  • Το 'προσεκτικά' είναι το πιο άμεσο και συχνό.