προσπάθεια /prosˈpaθia/ Noun
- English
- effort
- ไทย
- ความทุ่มเท
Example
- Η δουλειά ήταν μια συλλογική **προσπάθεια** (καταβολή / κόπος / μόχθος) όλης της ομάδας.
- The project was a team effort.
- Το 'συλλογική προσπάθεια' είναι η πιο φυσική έκφραση για 'team effort'.