προστατευτικός /pro.stɛ.fɛ.fsiˈkos/ Επιθετικό
- English
- protective
- ไทย
- การคุ้มครอง
Example
- Οι εργάτες πρέπει να φορούν πλήρη {προστατευτικά} ρούχα.
- Workers should wear full protective clothing.
- Εδώ το 'προστατευτικά' είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο (πληθυντικός ουδέτερου).