πρόταση /proˈta.si/ Noun
- English
- proposal
- ไทย
- ข้อเสนอ
Example
- Η κυβέρνηση κατέθεσε την πρόταση μείωσης των εκπομπών άνθρακα. [Η πρόταση / Η εισήγηση / Το σχέδιο] — της: Η κυβέρνηση κατέθεσε την πρόταση μείωσης των εκπομπών άνθρακα.
- The government released a proposal to reduce carbon emissions.
- Εδώ η 'πρόταση' είναι επίσημη και νομικά δεσμευτική.