πρωτάθλημα /pro.taˈθli.ma/ Noun

English
championship
ไทย
แชมป์

Example

  • Το **πρωτάθλημα** (κορυφαία διοργάνωση / τίτλος / διεκδίκηση) του ΝΒΑ παρακολουθείται παγκοσμίως.
  • The National Basketball Association Championship is watched globally.
  • Το 'πρωτάθλημα' καλύπτει όλη τη σεζόν, όχι μόνο τον τελικό.