Λίγκα / Κατηγορία /ˈliɣa/ Noun
- English
- league
- ไทย
- ลีก
Example
- Η [πρωτάθλημα] (πρωτάθλημα / ένωση / ομοσπονδία) του μπάσκετ έχει φέτος απίστευτο ανταγωνισμό.
- Castleford have led the league for most of the season.
- Το 'πρωτάθλημα' είναι η πιο φυσική επιλογή για αθλητικές διοργανώσεις.