Σκοπός /skoˈpos/ NounEnglishintentไทยความตั้งใจExampleΑρνείται ότι κατείχε την ουσία με δόλια πρόθεση (με την πρόθεση να διακινήσει).She denies possessing the drug with intent to supply.Στην νομική, η 'πρόθεση' είναι το κλειδί για την ενοχή.