Πρωτόκολλο /pro.toˈko.lo/ Noun

English
protocol
ไทย
ระเบียบปฏิบัติ

Example

  • Το διπλωματικό [πρωτόκολλο] (κώδικας/κανονισμός/διαδικασία) είναι αυστηρό στις συναντήσεις κορυφής.
  • The embassy staff were trained in diplomatic protocol.
  • Εδώ τονίζεται η τυπική συμπεριφορά.