ερέθισμα /eˈreθizˌma/ Verb

English
trigger
ไทย
ตัวกระตุ้น

Example

  • Ο καπνός [πυροδότησε] τον συναγερμό της φωτιάς.
  • The smoke triggered the fire alarm.
  • Εδώ το 'πυροδοτώ' είναι η πιο ταιριαστή λέξη για τεχνική ενεργοποίηση.