ρεαλιστικός /realiˈstikos/ Adjective
- English
- realistic
- ไทย
- ตามความเป็นจริง
Example
- Χρειαζόμαστε μια [ρεαλιστική / πραγματοποιήσιμη / προσγειωμένη] εκτίμηση της κατάστασης.
- We need a realistic assessment of the situation.
- Το 'ρεαλιστικός' εδώ τονίζει την ανάγκη για ψυχρή λογική.