ρεπορτάζ /rɪˈpɔːrtɪŋ/ Noun
- English
- reporting
- ไทย
- การรายงาน
Example
- Ο σταθμός είναι γνωστός για το αντικειμενικό του [ρεπορτάζ] (ειδησεογραφία / κάλυψη / παρουσίαση) — της: Ο σταθμός είναι γνωστός για το αντικειμενικό του ρεπορτάζ.
- The station is known for its objective reporting.
- Το 'ρεπορτάζ' είναι ο πιο ζωντανός όρος για τη δημοσιογραφική εργασία.