ρομαντικός /romantiˈkos/ Επίθετο

English
romantic
ไทย
โรแมนติก

Example

  • Έκαναν ένα [ρομαντικό / ερωτικό / γλυκό] δείπνο με κεριά.
  • They shared a romantic candlelit dinner.
  • Η πιο άμεση και κοινή χρήση για ραντεβού.