σαλάτα /saˈlata/ Noun

English
salad
ไทย
สลัด

Example

  • Θα θέλατε μια μικρή [σαλάτα] με τη μπριζόλα σας;
  • Would you like a side salad with your steak?
  • Το 'μικρή' (side) είναι απαραίτητο για να ζητήσετε συνοδευτικό.