σημείο /ˈbʊlɪt/ Noun
- English
- bullet
- ไทย
- ประเด็น (ในบริบทนามธรรม) / กระสุน (ในบริบทกายภาพ)
Example
- Η σφαίρα (σφαίρα / βόλι / βλήμα) καρφώθηκε στο ξύλινο πλαίσιο της πόρτας.
- The bullet lodged in the wooden door frame.
- Η «σφαίρα» είναι η πιο συνηθισμένη επιλογή εδώ.