σχετικά /sxeˈti.ka/ Adverb

English
relatively
ไทย
ค่อนข้าง

Example

  • Η εταιρεία είναι **σχετικά** νέα στην αγορά. (Η εταιρεία είναι **κατά προσέγγιση** νέα στην αγορά / **σε κάποιο βαθμό** νέα στην αγορά.)
  • The company is relatively new to the market.
  • Το 'Σχετικά' εδώ λειτουργεί ως μετριαστής της ηλικίας.