σοκ / σοκάρω /ʃok/ Noun

English
shock
ไทย
ตกใจ

Example

  • Η είδηση του ξαφνικού του φυγής ήρθε σαν τεράστιο σοκ. [Συντριβή / Ταραχή / Πλήγμα]
  • The news of his sudden departure came as a huge shock.
  • Το «σοκ» εδώ είναι η άμεση, ψυχολογική αντίδραση.