Σήμα /ˈsi.ma/ Noun
- English
- signal
- ไทย
- สัญญาณ
Example
- Ο διαιτητής έδωσε το σήμα έναρξης με το σφύριγμα. [Το σφύριγμα / Η εντολή / Η υπόδειξη] — του: The referee gave the signal to start the game.
- The referee gave the signal to start the game.
- Το 'σήμα' καλύπτει την επίσημη εντολή.