Σημείο /siˈmʲi.o/ Noun

English
point
ไทย
ประเด็น

Example

  • Η συγγραφέας έθεσε πολλά ενδιαφέροντα σημεία στο άρθρο της.
  • She made several interesting points in the article.
  • Εδώ το «σημείο» είναι η θέση/επιχείρημα.