Σιωπή /siˈo.pi/ NounEnglishsilenceไทยความเงียบExampleΗ σιωπή του δάσους ήταν παρηγορητική. [Η σιωπή / Η ησυχία / Η απουσία]The silence of the forest was soothing.Εδώ η σιωπή είναι φυσική και ευχάριστη.