Σιωπηλός /sio.piˈlos/ Adjective

English
silent
ไทย
เงียบ

Example

  • Το σπίτι ήταν **σιωπηλό** τα μεσάνυχτα. (Η σιωπή / Η ησυχία / Η αταραξία — του: The house was silent at midnight.)
  • The house was silent at midnight.
  • Τονίζει την απόλυτη έλλειψη θορύβου.