σκηνικό / φάση /skiˈni.ko/ Noun

English
scene
ไทย
ซีน

Example

  • Η αστυνομία έφτασε στη [σκηνή] (τόπος / σημείο) του ατυχήματος.
  • The police arrived at the scene of the accident.
  • Το 'σκηνή' είναι το πιο συνηθισμένο για ατυχήματα/εγκλήματα.