Σκυρόδεμα /sciɾoˈðemə/ Adjective

English
concrete
ไทย
เป็นรูปธรรม

Example

  • Χρειαζόμαστε [απτά] στοιχεία για να λύσουμε αυτή την υπόθεση.
  • We need concrete evidence to solve this case.
  • Το 'απτά' εδώ δίνει την αίσθηση του 'μπορώ να το αγγίξω/νιώσω'.