Σκοπεύω /skopévo/ Verb

English
intend
ไทย
มุ่งหมาย

Example

  • Τελειώσαμε αργότερα απ’ ό,τι **σκοπεύαμε**.
  • We finished later than we had intended.
  • Το «σκοπεύω» (ατελής) ταιριάζει τέλεια στην αναφορά σε μια συνεχιζόμενη ή παρελθοντική πρόθεση.