Στάδιο /ˈstaðio/ Ουσιαστικό
- English
- stadium
- ไทย
- สเตเดียม
Example
- Το ΟΑΚΑ ανακαινίστηκε πέρυσι. (Η αθλητική αρένα / Το στάδιο)
- The football stadium was renovated last year.
- Στην Ελλάδα, το 'γήπεδο' χρησιμοποιείται συχνά για ποδόσφαιρο, αλλά 'στάδιο' για στίβο/ολυμπιακά.