συνεχής /sʲinɛˈxʲis/ Επίθετο
- English
- constant
- ไทย
- สม่ำเสมอ
Example
- Υπήρχαν **αδιάκοπες** (αδιάκοπος / συνεχής / σταθερός) διακοπές κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
- There were constant interruptions during the meeting.
- Σε αυτό το πλαίσιο, το 'αδιάκοπες' δίνει έμφαση στη μη διακοπή.