Στιγμή /stiɣˈmi/ Noun

English
moment
ไทย
ช่วงเวลา

Example

  • Περίμενε ένα (στιγμή) σε παρακαλώ.
  • Could you wait a moment, please?
  • Το 'για μια στιγμή' είναι πιο επίσημο, το 'ένα' είναι πιο άμεσο.